ΣΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ:
PICASSO:
Λιθογραφία,
1949
ΜΑΚΕΤΤΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ:
Λάζαρος
Ζήκος
Τίτλος Πρωτοτύπου: Dionysus, Mythos
und Kultus 1933
ISBN 960-7058-10-0
© Γι' αυτή την έκδοση, τη μετάφραση και την εισαγωγή
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1991
I. Νικολόπουλος & Σία Ε.Ε.
Μαυρομιχάλη 15, 106 79, Αθήνα
Τηλ. 3607876 - 3639336
Fax: 3638489
Walter F. Otto
ΔΙΟΝΥΣΟΣ
ΜΥΘΟΣ KAI ΛΑΤΡΕΙΑ
εισαγωγή, μετάφραση
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΛΟΥΠΑΣΑΚΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Τ ^^ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλογικό 9
Πρόλογος. 13
I. Μύθος και Λατρεία 15
Π. Διόνυσος 55
1. Προκαταρκτική παρατήρηση 57
2. Πατρίδα της διονυσιακής λατρείας 59
3. Ο γιος του Δία και της Σεμέλης 70
4. Οι μύθοι της Επιφανείας του 79
5. Ο ερχόμενος Θεός 83
6. Το σύμβολο της μάσκας 89
7. Τάραχος και σιγή 94
8. Ο μαγεμένος κόσμος 97
9. Η ζοφερή μανία 104
10. Σύγχρονες θεωρίες για την εξήγηση της διονυσιακής παράνοιας 120
11.0 μαινόμενος θεός 131
12. Το κλήμα 141
13. Η αποκάλυψη του Διονύσου στο φυτικό βασίλειο 149
14. Το στοιχείο του υγρού 157
15. Ο Διόνυσος και οι γυναίκες 167
16. Αριάδνη 176
17. Η μοίρα του Διονύσου 184
18. Διόνυσος και Απόλλων 196
19. Καταληκτική παρατήρηση για την τραγωδία 202
Ευρετήριο 206
Αρχαίες Πηγές 209
Πίνακας Προσώπων 210
![]()
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ
Μοιάζει, αυτονόητο το αίτημα προσέγγισης, επιστροφής, κοινωνίοος,
επαφής, ή όποιο άλλο όνομα κι αν λαμβάνη, με τον αρχαίο κόσμο*
αυταπόδεικτο το ότι είμαστε οι κληρονόμοι του ττνεύματός του που
πρέπει από καιρού εις καιρόν να ελέγχουμε τους εαυτούς μας για την
καλή ή όχι χρήση της δωρεάς που λάβαμε. Επί τέλους. Σχολαστική
σκέψη. Αναγέννηση, Διαφωτισμός, Ρομαντισμός και ό,τι άλλο ακο-
λούθησε, το οποίο δεν μπορεί να αποδοθή υπό έναν τίτλο, καλούνται
ως αψευδείς μάρτυρες των όσων είπαμε ότι εξυπακούονται.
Ήδη όμως φύσει το αίτημα ενέχει την παραδοχή ότι αυτό για το
οποίο κάνουμε λόγο ουδόλως είναι δεδομένο αλλά, μάλλον, συνιστά το
αεί ζητούμενο και απορούμενο. Ο έμμονος τούτος, μέχρι σημείου
υστερίας, ζήλος του ττνεύματος
να
μεταλάβη από τα νάματα αυτού που
αποκαλείται αρχαίος κόσμος, τι άλλο δείχνει από την απόσταση του
κοινού αισθήματος ζωής ως προς αυτά, τι άλλο μαρτυρεί έξω από μια
διαταραγμένη έως εσχάτων επικοινωνία;
Την κατάσταση αυτή μόνο να επιδεινώση θα μπορούσε η αντίληψη
ότι το υφιστάμενο καθεστώς θα έπρεπε να αποδοθή σε παραμορφώ-
σεις που επισυσσώρευσαν προηγούμενοι. Σχήματα οριστικά του αν-
θρώπινου βίου μπορούν να καταγγέλωνται μόνο ως ανενεργά πλέον,
σημείο όμως της ζωτικότητας που άλλοτε διέθεταν, εξ αυτού, άλλω-
στε, ήταν εις θέση και να εκττνεύσουν. Η αρχαιογνωσία, έτσι, μόνο ως
αυτογνωσία θα μπορούσε να έχη κάποιο νόημα, αν είναι καθόλου να
το έχη.
^
Γνωρίζοντ(χς εκ των προτέρων την αιτηματική φύση αυτής της
προσπάθειας, συνειδητοποιώντοος πως συνιστά μόνο μια κλήση, εγκαι-
10 WALTER F. OTTO
νιάζεται εδώ μία επαφή με τον χώρο της αρχαιογνωσίοος* αρωγοί της,
οι καθ' ύλην αρμόδιοι, επιφανείς ξένοι μελετητές φιλόλογοι. Η εμμε-
σότητα, την οηοία (τπεύδουμε απ' αρχής να επκ^ημάνουμε, δεν έχει
κατ' ανάγκην αρνητική μόνο όψη. Αν μη τι άλλο, είναι κατά πολύ
προτιμώτερη από μία ψευδαίσθηση αμεσότητας και την έπαρση που
αφεύκτως την συνοδεύει. Η εγκαινιαζόμενη με το έργο αυτό του
Όττο σειρά, αν είναι όντως να αποτελή μια κλήση, αυτήν ακριβώς
την έπαρση πρέπει να έχη ως στόχο να αναχαιτίση.
Ο διαπρεπής φιλόλογος της Τυβίγγης Βάλτερ Όττο (1874-1958)
έκανε έργο ζωής την μελέτη της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής
θρησκείας. Παρ' ότι τα δημοσιεύματά του είναι πολυάριθμα, τα αυ-
τοτελή του βιβλία είναι
λίγα
για μισόν αιώνα δημιουργικής παρουσίοος:
Τα Manen
-ή περί
των
αρχεγόνων μορφών
της πίστης στους
νεκρούς^
Βόννη 1923. Οί
θεοί της Ελλά8ος,
Η
εικόνα
του
θείου στον καθρέπτη
του ελληνικού-πνεύματος^
Βόννη 1929.
Διόνυσος. Μύθος και Λατρεία^
Φρανκφούρτη 1933. Ο ποιητής και οι αρχαίοι
θεοί^
Φρανκφούρτη
1942. Η
Μορφή και
το Είναι.
Σΰλλεκτες πραγματείες
για τον Μυθο
και την
σημασία
του για
την Ανθρωπότητα^
Ντύσσελντορφ/Κολωνία
1955.
Θεοφάνεια^
Αμβούργο 1956. Εκτός αυτών υπάρχουν και
25.000 χειρόγραφες σελίδες που συγκροτούν τα Κατάλοιπά του.
Ασφαλώς το τοπίο δεν είναι πλέον το ίδιο όπως την εποχή που
ξεκινούσε, στα τέλη του περασμένου αιώνα, την πορεία του ο Όττο.
Ο Δαρβινισμός, ο Ιστορισμός και όποια άλλη έκφανση του θετικιστι-
κού ττνεύματος που κυριάρχησε κατά τον προηγούμενο αιώνα και στην
έρευνα επί του αρχαίου κόσμου, έχουν τεθή προ πολλού στο περιθώ-
ριο. Η Εθνολογία, η Ψυχολογία, η Ανθρωπολογία, η Θρησκειολογία
και ονόματα όπως ο Κερένυ, ο Φρέιζερ, ο Μαλινόφσκι, ο Γιουγκ, ο
Κασσίρερ, ο Αεβυ-Μπρύλ, ο Ντυμεζίλ, ο Ελιάντε, ο Πεττατζόνι κ.α.
έχουν αποφασιστικά επιδράσει στην ανάσχεση του χειμάρρου του ε-
πιστημονισμού ο οποίος απειλούσε, στο όνομα μκχς εντελώς αναιμι-
κής, όπως αποδείχθηκε, σύλληψης περί προόδου, να καταττνίξη, απο-
νεκρώνοντοος οριστικά,
κάθε
ικμάδα ζωής. Η Κλασσική Φιλολογία, από
πλευράς της, αρκέσθηκε στον αιώνα μοις ως επί το πολύ να ακολουθή,
ΔΙΟΐνΤΣΟΣ — Μύθος και Λατρεία 11
εντυπωσιαζόμενη από αυτές, τις ανακαλύψεις των παραπάνω θεωρή-
σεων που διαδραμάτισαν εναλλακτικά ρόλο μηχανοδηγού του συρμού
για τις ημέρες μας —σ' αυτές (χς προστεθή και ο Δομισμός, με τις
διάφορες παραλλαγές του.
Η περίπτωση όμως του Όττο είναι ριζικώς διαφορετική. Οι κα-
ταβολές του εντοπίζονται στους γερμανούς ποιητές —Χαίλντερλιν και
Γκαίτε— και φιλοσόφους —κυρίως Σέλλιγκ και Νίτσε. Και η από την
αυτογνωσία εκκινούσα και στην αυτογνωσία αποσκοπούσα αρχαιο-
γνωσία έχει το νόημα της απόκρισης σε μια κλήση. Οι διανοηματικές
και οι συναισθηματικές-συγκινησιακές οδοί επικοινωνίίχς με το αρχαίο
πνεύμα χωρίς να είναι ψευδείς, είναι πλανερές, με άλλα λόγια δεν
επαρκούν ως απάντηση στο γιατί της όδευσης, δεν είναι αρκετά αρ-
χέγονες. Αρχέγονη είναι η εμφάνεια και η εκκάλυψη του θείου που
καλεί σε απάντηση, ο άνθρωπος, επομένως, χωρίς να αναιρήται ως
σκέψη ή ως συναίσθημα είναι το
ον
που καλείται και, με την σειρά του,
καλεί. Η απόκριση αυτή και μαζί η κλήση είναι ο μύθος και η λατρεία.
Η προγραμματική αυτή θέση του Όττο αναλύεται διεξοδικά στο
πρώτο μέρος του βιβλίου του Διόνυσος.
Μύθος και. Λατρεία.
Για την
όποια συζήτηση επ' αυτής της θέσης επιφυλλασόμαστε σε κάποια
μελλοντική παρουσίαση έργου του στοχαστή. Το παρόν, τώρα, έργο
μεταφράζεται από την 3η, αμετάβλητη έκδοση του 1960 (Wissen-
schaftliche Buchgesellschaft Darmstadt). Από τον ίδιο τον Όττο πα-
ραδίδεται μόνο το Ευρετήριο της σελίδος 205. Τα δυο άλλα ευρετήρια
έχουν συνταχθή από τον μεταφραστή, προκειμένου ο αναγνώστης να
έχη μία, κατά το δυνατόν, πλήρη εικόνα του εύρους των ττηγών εκ των
οποίων αντλεί ο στοχαστής μας στο έργο του αυτό. Μολονότι όχι σε
αρμόζουσα θέση, (χς εκφρασθούν εδώ και οι εγκάρδιες ευχαριστίες του
μεταφραστή προς την δ. Α. Μελίστα για την σε κρίσιμη ώρα συνδρομή
της.
Ούτε νοσταλγία για το απολωλός ούτε έπαρση στο όνομα μκχς
δήθεν υπέρβασης δικαιολογούνται, διότι έτσι απλώς συσκοτίζεται ο-
ποιαδήποτε απόπειρα εννόησης. Αν δεν συμφιλιωθούμε με ό,τι απορ-
12 WALTER F. OTTO
ρίπτουμε, θα μπορούμε, ασφοολώς, να κομπάζουμε για μία επίτευξη
σαφήνειας, θα πρόκειται, όμως, για μια σαφήνεια τόσο άγονη και
στείρα
που θα καταλήγη
αναιρετική τόσο του εαυτού της όσο και ημών
αυτών. Κάθε τι προβληματικό ενέχει δυνάμει την δημιουργία.
Θ.Λ.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Διόνυσος, η παρουσίαση του οποίου κατ' ανάγκην δεν υττήρχε στο
βιβλίο μου ((Ot Θεοί της
Ελλά8ος))
(1929), επειδή δεν εντάσσεται
στον κύκλο των γνήσιων ολύμπιων θεών, στους οποίους ήταν το βι-
βλίο αφιερωμένο, αποτελεί τώρα το αντικείμενο ενός ξεχωριστού βι-
βλίου.
Ο τρόπος της εδώ αντίληψης των πραγμάτων απέχει σημαντικά
από τον συνήθη τρόπο εξέτασης. Κατά κοινή, πάντως, παραδοχή α-
ναμένεται από μια διερεύνηση της πίστης των αρχαίων στους θεούς
να προβάλλη μια εξελικτική ιστορία αρχίζοντας από μία αφετηριακή
ωμότητα και καταλήγοντοις στην αίγλη και την περιωττή των κλασ-
σικών μορφών. Εδώ, αντιθέτως, το κρίσιμο σημείο της ιδιοφυΐας το-
ποθετείται στην αφετηρία, πριν από κάθε δράση ποιητών και καλλι-
τεχνών ως ατόμων, η οποία δεν θα ήταν καν νοητή χωρίς αυτήν την
ισχυρή παρώθηση* ψχ απέναντι σ' αυτήν την αρχέγονη δημιουργία οι
νεώτερες πινελιές, όσο σημαντικές κι
αν
είναι καθ' αυτές και δι' εαυτές,
πρέπει να φαίνωνται άνευ σημασίας. Όποιος αποκαλεί αυτόν τον
τρόπο σκέψης ανιστορικό, περιορίζει την έννοια του ιστορικού με α-
ρωγό την προκατάληψη πως ό,τι το κρίσιμο και αξιόλογο σε κάθε τι
μεγάλο δεν είναι η παρείσφρυση και η αφετηρία αλλά η προοδευτική
κίνηση που αποδίδει ολοένα σημαΑία και ττνοή στο αττνευμάτιστο, σε
ό,τι ττηγάζει από μόνη την ανάγκη. Η προϋπόθεση αυτή αντιφάσκει
προς την ομόφωνη μαρτυρία και την συνείδηση που έχουν για τον
εαυτό τους όλες οι θρησκείες* όχι όμως μόνον αυτό: είναι ασύμβατη
με την φύση και την μοίρα του δημιουργικού εν γένει, όπου και όπως
14 WALTER F. OTTO
κι αν αυτό προβάλλη στον κόσμο. Βλέπει κανείς πόσο έντονα χρειά-
ζεται μία αναθεμελίωση η σπουδή των θεϊκών μορφών.
Για τον λόγο αυτό, τούτο το βιβλίο ξεκινάει με το πρόβλημα του
μύθου και της λατρείας εν γένει και μόνο κατόπιν αυτού περνά στον
Διόνυσο.
Γνωρίζω καλά ότι αποτελεί τόλμημα
να
μιλά κανείς για τον έλληνα
θεό που υττηρξε ιερό όνομα και άπειρο σύμβολο για τα επιφανή μας
ττνεύματα. Ευχή μου, αυτές οι σελίδες που αφιερώνω στην μνήμη
αυτού του μεγάλου να μην είναι τελείως ανάξιές του.
Φρανκφούρτη, Αύγουστος 1933
W.F.Otto.
I
ΜΤΘΟΣ KAI TVATPEIA
![]()
ΔΙΟΐνΤΣΟΣ — Μύθος και Λατρεία 17
1
Στον αγώνα κατανόησης της αρχαιοελληνικής θρησκείοίς διασταυρώ-
νονται και παλεύουν σήμερα δυο σχολές, των οποίων τη μια μπορεί
κανείς να χαρακτηρίσ^τ] λαογραφική, την άλλη φιλολογική. Και οι δυο
ζητούν να εισδύσουν στις απαρχές της θρησκευτικής πίστης για να
κατανοήσουν βάσει αυτών την κατοπινή εξέλιξη.
Οι οπαδοί της λαογραφικής κατεύθυνσης είναι πεπεισμένοι ότι το
αρχέγονο περιεχόμενο αυτής της πίστης ομοιάζει κατ' ανάγκην στις
απλο'ικές παραστάσεις που συναντά ή που πιστεύει ότι συναντά κανείς
και σήμερα ακόμη στους πρωτόγονους λαούς και σε απόκεντρες αγρο-
τικές περιοχές της Ευρώπης. Μια φορά, σκέπτεται κανείς, οι θεμε-
λιώδεις αντιλήψεις όλων των λαών είναι
ανάγκη να
καθοριζωνται κατά
τον ίδιο τρόπο από απλές ανάγκες και τον κοινό νου. Σ' αυτήν την
πρώιμη εποχή, μια έννοια της οποίοις μας δίνουν, υποτίθεται, οι πρω-
τόγονοι πολιτισμοί, χρειάζεται κανείς λοιπόν ν' αναδιφήση και τις
θρησκευτικές παραστάσεις των ελλήνων. Για τον λόγο αυτό, αναζη-
τείται το αρχέγογο νόημα
κάθε
μιας θείοις μορφής στις περιφέρειες της
χρησιμότητ(χς κατά την απλούστερη έκφανσή της και μένει κανείς
πλήρως ικανοποιημένος όταν σε μια από αυτές τις μορφές αποδώσίτ]
τον χαρακτηρισμό «θεός της βλάστησης».
Στους θεωρητικούς, τα αξιώματα των οποίων προέρχονται από την
λαογραφία και την εθνοψυχολογία, αντιτάσσονται οι φιλόλογοι. Το
αξίωμά τους είναι, ανα περιορισθούμε στους έλληνες και
να
σκεφθούμε
ελληνικά οτιδήποτε ελληνικό». Έτσι το διατύπωσε πρόσφατα ο Wi-
lamowitz ο οποίος με το αξιοθαύμαστο έργο του «Η Πίστη των
Ελλήνων» έγινε ο μεγάλος εκπρόσωπός τους. Καταφέρθηκε με οξύ-
18 WALTER F. OTTO
τητα, μάλιστα όχι σπάνια με πικρή ειρωνεία, κατά των αντιλήψεων
και μεθόδων της άλλης κατεύθυνσ5Τ]ς ώστε να δικαιούται να αναμένη
κανείς στη δική του πραγμάτευση μία άλλης υφής απάντηση στα
θεμελιώδη ερωτήματα. Απογοήτευση όμως είναι αυτό που θα δοκι-
μάση· γιατί φανερώθηκε ότι η φιλολογική σχολή ως εκπρόσωπος της
οποί(χς είχε το δικαίωμα να αποφαίνεται, συμφωνεί πλήρως σε κάθε
κρίσιμο ζήτημα με την αντίπαλο της. Και οι δύο λοιπόν εφαρμόζουν
την βιολογικής προελεύσεως έννοια της εξέλιξης κατά τον ίδιο
ακριβώς τρόπο.
Όπως δηλαδή η Βιολογία πίστευε πως δικαιούται να θεωρή ότι
μία γραμμή σταθερής ανάπτυξης οδηγεί από τους κατώτερους φθά-
νοντας ως τους ανώτατους οργανισμούς, έτσι θέτουν και αυτές οι
κατευθύνσεις σκέψεως απλές, δήθεν, αντιλήψεις στην αφετηρία μιας
εξέλιξης της θρησκευτικής σκέψης, αντιλήψεις από τις οποίες μέσα
από βαθμιαίες μεταβολές αναδύονται, υποτίθεται, οι θείες μορφές κα-
τά την ακμή τους. Βεβαίως η ίδια η Βιολογία με την πάροδο του
χρόνου υποχρεώθηκε σε μεγαλύτερη μετριοφροσύνη και στην αναγνώ-
ριση αιφνίδκχς
νέ(χς
δημιουργί(χς εκεί όπου προηγουμένως έβλεπε μόνο
προοδευτική κίνηση. Παρά ταύτα δεν είναι αυτή η κρίσιμη ένσταση
κατά της μεθόδου της θρησκειολογίας μοος. Όταν όμως η Βιολογία
μιλούσε για εξέλιξη, έθετε πάντοτε στην αφετηρία έναν οργανισμό
ο οποίος, όσο απλο'ώ^ά κι αν αντιμετωπιζόταν, διέθετε υποχρεωτικά
σε κάθε περίπτωση την κεφαλαιώδη ιδιότητα ενός οργανισμού: συνι-
στούσε ένα αυτοφυές όλον. Στις θεωρητικές όμως κατασκευές της
θρησκειολογίας η εξέλιξη δεν προχωρεί κινούμενη από την απλή ζωή
στην πολλαπλούστερη και υψηλότερη αλλά από το άζωο στο ένζωο.
Γιατί τα περιεχόμενα της πίστης που θεωρούνται από αυτήν αρχέγονα
δεν είναι παρά εννοιακά σχήματα στα οποία απουσιάζει παντελώς η
μορφή της ζωής.
Αυτό μπορεί με μεγαλύτερη σαφήνεια
να
δειχθή στις παρατηρήσεις
που ο Wilamowitz αφιερώνει στο ιστορικό γίγνεσθαι των θεών. Απο-
κρούει με αγανάκτηση τις απόψεις ερευνητών που προσανατολίζονται
στα πλέον αλλότρια πολιτιστικά δεδομένα* αν κανείς όμως εξετάση
ποιες κατά την γνώμη του είναι οι αρχέγονες μορφές θρησκευτικών
αντιλήψεων, η διαφορά δεν μοιάζει, τελικώς, τόσο σημαντική. Αυτό
ΔΙΟΐνΤΣΟΣ — Μύθος και Λατρεία 19
θα αποσαφηνισθή μ' ένα παράδειγμα. Ο θεός Ερμής (π.β. I, 159 κε.)
υποτίθεται πως δεν ήταν πρωταρχικά παρά μόνο ένας προστάτης, την
παρουσία του οποίου οτημαίνουν οι πέτρινες στήλες και οι σωροί λίθων
μπροστά στα αγροκτήματα και τους δρόμους. Όλα όμως τα σημεία
τα προσδιοριστικά του χαρακτήρα του: η αμφισημία καθοδήγησης και
παραπλάνησης, αιφνίδκχς δωρεάς και αφαίρεσης, σοφίας και δολιότη-
τ(χς· το ττνεύμα της ευμενούς αγάττης, η σαγήνη του λυκόφωτος, η
ανεστιότητα νύκτας και θανάτου —το πολλαπλό αυτό όλον που είναι
ανεξάντλητο και όμως πουθενά δεν αποφάσκει την ενότητα της ουσί(χς
του, υποτίθεται πως είναι στην πραγματικότητα ένα πλέγμα παρα-
στάσεων που προέκυψαν προοδευτικά απ' τις βιοτικές συνθήκες των
αφωσιωμένων στην λατρεία του θεού, από τις επιθυμίες και τις ροπές
τους και εμπλουτίσθηκαν από την τέρψη της μυθολογίας. Για την
αρχέγονη και
μόνη
γνήσια πίστη απομένει, κατά
τον
Wilamowitz, μόνο
η ιδέα ενός προστάτη και αρωγού θεού—η αντίληψη επομένως ενός
Χ, που συντρέχει, κατά τα άλλα όμως δεν διαθέτει περαιτέρω ιδιό-
τητες, εκτός από την δύναμη να βοηθή.
Στην αφετηρία λοιπόν της διαδικασίοίς που ονομάζουν εξέλιξη υ-
πάρχει ένα καθαρό μηδέν και, κατά τον τρόπο αυτό, η έννοια της
εξέλιξης έχει απωλέσει το νόημά της. Γιατί σ* έναν θεό, όπως αυτός
προϋποτίθεται εδώ, απουσιάζει κάθε φυσικότητα και ό,τι είναι στε-
ρημένο φύσης είναι μηδέν. Το τόσο συχνά και με τόση σοβαρότητα
διατυπωμένο από τον Wilamowitz δόγμα «οι θεοί είναι παρόντες!»,
τ.έ.: η πίστη πρέπει προ παντός να είναι σίγουρη για τον εαυτό της,
προτού μπορέση η q>αvτασία
να
ασχοληθή μαζί τους, —αυτό το αξίω-
μα μένει ρήμα κενό. Αυτό που είναι να θεωρήται το πιο αξιοσέβαστο
αντικείμενο. της
πίστης αποδεικνύεται με την πρώτη «απόν» και η
ένσταση που δικαίως εγείρει ο ίδιος ο Wilamowitz κατά της θεωρί(χς
του Usener αφορά το ίδιο και την δική του: «Κανείς άνθρωπος δεν
προσεύχεται σε μία έννοια». Ο προστάτης και αρωγός θεός δεν είναι
παρά μια έννοια της διανοί(χς· και δεν
θα
περνούσε από το νου κανενός,
αν δεν ήταν ήδη δεδομένη η έννοια ((Θεός» από την εκπαίδευση και
την κατήχηση, και μάλιστα ως η έννοια ενός παντοδύναμου όντος, η
ολότητα του οποίου αποκλείει την μορφή και τον χαρακτήρα. Μόνο
η δογματική έννοια ενός όντος, στην οποία εναρμονίζονται όλες οι
20 WALTER F. OTTO
ιδιότητες έχει παραπλανητικά οδηγήσει στην ιδέα ότι κάτι τι που
διαθέτει μόνο μία και μοναδική ιδιότητα —και επι πλέον μάλιστα μια
τόσο αφηρημένη όσο αυτή του αρωγού—, μπορεί να μην είναι βε-
βαίως, ο Θεός, παρά ταύτα όμως ένας Θεός. Αυτό λοιπόν που μας
παρουσιάζεται ως περιεχόμενο αρχέγονης πίστης είναι στην πραγμα-
τικότητα μια υστερογενής, αποκενωμένη πλήρως έννοια. Οπόταν η
πίστη ανεγνώρισε με άμεση βεβαιότητα έναν Θεό εκεί μπορούσε να
τον συλλάβη μόνο ως ένζωη οντότητα, όχι ως
απλή
δυνατότητα
ή
ισχύ.
Αν όμως το αρχέγονο περιεχόμενο της πίστης κατείχε μια ουσία,
ήταν ένα ένζωο όλον, τότε με έκπληξη θα ρωτήση κανείς γιατί ο
χαρακτήρας τον οποίο υποχρεωτικά και αναγκαία είχε αυτό ως
κάτι το ένζωο να μην είναι αυτός (χκριβώς που μας παρουσιάζεται
μέσα στους ποικίλους κατοπτρισμούς του μύθου. Κατ' αυτόν τον τρό-
πο δεν θα αποκλειόταν καθόλου η ιδέα μιας εξέλιξης αλλά θα της
αποδιδόταν ξανά το έλλογο νόημά της. Γιατί μόνο όπου υπάρχει ένα
ον μπορεί να αρχίση μία εξέλιξη ή εκδίπλωση.
Οι σκέψεις αυτές στρέφονται κατά του έργου του αξιοσέβαστου
λογίου μόνον επειδή είναι ο αδιαμφισβήτητος αρχιτέκτονας της έως
τώρα έρευνοος και για τον λόγο αυτό και η ασάφεια των θεμελιωδών
εννοιών της προβάλλει σ' αυτόν κατά τον πλέον έκδηλο τρόπο. Γιατί
η πλάνη εκείνων των άλλων, τις αντιλήψεις των οποίων πολέμησε με
τόσο σθένος, είναι ακριβώς η ίδια με την δική του.
Εξ άλλου και ο «θεός της βλάστησης», ο «θεός του θανάτου» και
οι παρόμοιες γενικότητες με τις οποίες τόσο συχνά εξανεμίζει κα-
νείς τις ένζωες μορφές των θεών, με την ιδέα ότι σ* αυτές τις γενι-
κότητες εμπεριέχονται οι αρχέγονες συλλήψεις της θρησκευτικής συ-
νείδησης, δεν είναι τίποτε άλλο από νεκρές έννοιες. Πώς
θα
ήταν ποτέ
σε θέση να πληρώσουν την ανάγκη της κατάνυξης, να εξάρουν το
ττνεύμα, να παραγάγουν τις ισχυρές μορφές της λατρεί(χς; Από μια
έννοια δεν προκύπτει η ζωή και αν πρόκειται να κατανοηθούν ιστο-
ρικώς οι μεγάλες μορφές των θεών που κατάφεραν να θέσουν σε κίνη-
ση το δημιουργικό ττνεύμα του πλέον ιδιοφυούς πολιτισμού δεν θα
μπορούσε να σκεφθή κανείς λιγώτερο παραγωγική παρεμβολή από
αυτήν.
Η ίδια η λατρεία, στην μαρτυρία της οποίας κατ' εξοχήν επαφίεται
ΔΙΟΐνΤΣΟΣ — Μύθος και Λατρεία 21
κανείς, θα μπορούσε να διδάξη ότι γονιμότητα και θάνατος δεν ανήκαν
σε δυο διακεκριμένες περιοχές για την πίστη των πρώιμων χρόνων.
Όποιος
θα
ακολουθούσε τέτοια
ίχνη θα
έπρεπε τελικώς
να
ανακαλύψη
και τους συνεντικώτερους υπαρκτικούς κύκλους με ορμητήριο τους
οποίους το θείο πράγματι μίλησε στην ένζωη πίστη. Για τον σκοπό
αυτό θα ήταν βεβαίως ανάγκη να διευρυνθούν και να εξαρθούν οι προ-
σωπικές μας ιδέες αντί να συλλαμβάνωνται με την εγκατάλειψή μοος
ατϋοκλειστικά στην μικροψυχία. Γιατί η κερματισμένη, μηχανιστική
μοος σκέψη δεν έχει την παραμικρή ιδέα τέτοιων υπαρκτικών κύκλων
και της ενότητάς τους. Πως θα κατανοούσε την θε'ίκότητά τους. Με
μια αφέλεια, η έκπληξη για την οποία δεν είναι ποτέ αρκετή, εισβάλει
στην πίστη προς τους θεούς και διαλύει τους σχηματισμούς της για
να τους συντάξη πάλι τεχνητά, σύμφωνα με το σχήμα μκχς ιστορικής
διαδικασί(χς. Για την αναγκαία αξιοπιστία έχει μεριμνήσει η εθνοψυ-
χολογία, κατά την θεωρία της οποί(χς η ενδεής σε περιεχόμενο έννοια
του «ισχυρού» πρέπει να είναι αυτό που κυριαρχεί σε παμπάλαιες
κοσμοαντιλήψεις με ονόματα όπως Mana, Orenda, κ.ο.κ. Αυτόν τον
δήθεν πρωτόγονο τρόπο σκέψης τον οποίο υπονομεύει ήδη —για να
μην μείνουμε σε κάποιο άλλο σημείο— η ύποπτη ομοιότητά του προς
τον χαρακτήρα της δικής μοίς δυναμικής σκέψης, θέλουμε να τον αφή-
σουμε στην μελλοντική κρίση της λαογραφίας. Όπως όμως κι αν
κριθή κάποτε, κανείς σκετττόμενος άνθρωπος δεν επιτρέπεται να μην
διακρίνει σαφώς ότι δεν υπάρχει οδός που, εκκινώντας από «δυνάμεις»
—είτε τις χαρακτηρίζουμε «μαγικές» είτε τις κοσμούμε με ονόματα
θρησκευτικής χροιάς—, να βγάζη στους θεούς. Όποιος θεωρεί πι-
στευτό ότι τόσο αφηρημένες παραστάσεις έχουν προηγηθή χρονικώς
της θεί(χς λατρείίχς, είναι υποχρεωμένος να αναγνώριση σ' αυτήν μια
πλήρη εκ νέου δημιουργία και ένα ρήγμα με το παρελθόν, αν δεν θέλη
να καταστήση τον εαυτό του υπόλογο μιας χωρίς νόημα εφαρμογής
της έννοιας της εξέλιξης. Το χάσμα αυτό κοολύπτεται μόνο κατά πε-
νιχρό τρόπο με ονόματα τόσο συγκεχυμένα και συγχρόνως απαιτητικά
όπως αυτό του θεού της βλάστησης. Γιατί αυτό που σημαίνει κανείς
μ' αυτό το όνομα δεν είναι άλλο από μια πρόφαση που επινοήθηκε ως
αιτία για το γεγονός της (χνάπτυξης, το ίδιο αφηρημένη και άψυχη με
την έννοια της ίδκχς της ανάπτυξης και που μέσα στην συνηθισμένη
22 WALTER F. OTTO
στψ ιδέα του θεού φαντασία μας κατέστη αγνώριστη από τον πέπλο
του σεβασμού.
Κοινή λοιπόν και τις δυο μερίδες, που φαινομενικά εκπροσωπούν
τόσο διάφορα αξιώματα, η αντίληψη κάθε συστατικού της ένζωης
πραγματικότητοος μιας πίστης ως τυχαίοος συνέπεκχς μκχς δήθεν εξέ-
λιξης και η αντιμετώπιση του αρχεγόνου περιεχομένου της μόνο στο
πλαίσιο αναιμικών σχημάτων.
Αναμφίβολα αυτός είναι ο λόγος που η νεώτερη έρευνα, με όλη της
την κατάρτιση και την οξυδέρκεια και παρά τις σημαντικής αξίας επί
μέρους διαπιστώσεις, γενικώς καταλήγει πάντοτε σε κενές και μονό-
τονες αποφάνσεις. Το ερώτημα για το νόημα και την καταγωγή απα-
ντάται κάθε φορά με κενές διατυπώσεις θρησκευτικής αντίληψης ή
αίσθησης που ισχύουν, υποτίθεται, για όλους τους λαούς και τους
πολιτισμούς και αποκτούν με τις εναλασσόμενες βιοτικές συνθήκες και
ανάγκες ένα ανούσιο και συνεχώς μεταβίχλλόμενο επ' άπειρον περιε-
χόμενο. Τίποτε δεν παραπέμπει σε μια αποκάλυψη του θείου που
εύλογα θα μπορούσε κανείς να ονομάση ελληνική· τίποτε δεν μαρ-
τυρεί το ττνεύμα που έμελλε κάποτε να εμπότιση την ιδέα της ελλη-
νικής τέχνης και της ελληνικής γνώσης, και του οποίου η κλτισιπ Ίπταν
η διδαγη εvόc νέου κόσαου. Οι φιλόλογοι ερευνητές εισδύουν βέβαια
με σοβαρό μόχθο στον θρησκευτικό κόσμο ιδεών των ποιητών και
των φιλοσόφων και προσάπτουν με τον Wilamowitz (1,10) στους
«σύγχρονους ιστορικούς της θρησκείας» ότι το ενδιαφέρον τους λήγει
με την εμφάνιση των μεγάλων θεών και αρχίζει πάλι μόνο ((όταν η
αρχαία θρησκεία βρί(τκεται σε σήψη και στην θέση της εφορμά η
αποκρουστική δεισιδαιμονία των μαγικών παττύρων»· ο ατομοκεντρι-
σμός τους όμως μπορεί να φαντασθή τους δημιουργούς παντός ό,τι
είναι σημαντικό και βαθύ μόνο κατά την εικόνα των μεγάλων μεμο-
νωμένων προσωπικοτήτων έτσι ώστε στην περίοδο πριν από την
εμφάνισή τους —και αυτό σημαίνει στην εποχή της απαρχής της
ελληνικής θρησκείοις— εναπομένει μόνο το άττνοο. Και κατά τον τρό-
πο αυτό η ((ιστορία» της ελληνικής πίστης εκκινεί αντί με αποκαλύ-
ψεις, με ένα μηδέν.
Είναι καιρός για την απόφαση να αποδώσουμε με περισσότερη
σοβαρότητα προσοχή στην παοάδοση και να μην καταπιέζουμε
ΔΙΟΐνΤΣΟΣ — Μύθος και Λατρεία 23
πλέον, στο όνομα μκχς προκατοΰ^ηψης, το ήμισυ του άξιου κάθε τιμής
περιεχομένου της.
Και οι δύο πλευρές διακηρύσσουν ομόφωνα πως μόνον η λατρεία
πρέπει να θεωρήται γνήσιος μάρτυς της θρησκευτικής πίστης ενώ ο
μύθος δεν είναι παρά ποίηση.
Πιστεύει κανείς πως δεν συναντά ανυπέρβλητες δυσκολίες όταν, με
βάση τις σχετικές με την θεία λατρεία διευθετήσεις θέλη να συναγάγη
συμπεράσματα για τα φρονήματα από τα οποία εκττήγασαν και για τις
ιδιότητες των δυνάμεων για τις οποίες προωρίσθηκαν. Το οικείο μας
συναίσθημα, σκέπτεται κανείς, και λίγος αναλογισμός, με την συνδρο-
μή των αναλογιών που μοις παρέχουν πρωτόγονοι πολιτισμοί καθι-
στούν εύκολα προσιτό στην γνώση το αρχέγονο νόημα θεσμών που,
πάντως, πρέπει νά υττηρετούσαν πρ(χκτικούς σκοπούς. αΗ λατρεία με
όλες τις πρακτικές της», λέει ο Wilamowitz (I, 35), «αποβλέπει στην
σύνδεση με τον Θεό και στην επίδραση επάνω του. Αυτό συντελείται
σε δύο μέτωπα, απόκτηση της εύνοκχς και της χάρης του Θεού ή
κατευνασμός της οργής του». 'Αλλοι προσθέτουν ότι αρχικώς πίστευε
κανείς ότι με την λατρευτική πράξη εξαναγκάζει τον Θεό
να κάνη
αυτό
που επιθυμεί, μάλιστα ότι στην πράξη καθ' αυτήν και δι' εαυτήν
προσγράφει μία μαγική τελεστική δύναμη για την θετική έκβαση της
οποί(χς μόνο σ' ένα μεταγενέστερο στάδιο θεωρούνταν επιτακτική και
η εύνοια ενός Θεού. Δεν θα θίξουμε όμως αυτό το ζήτημα. Εν πάση
περιπτώσει, όλοι συμφωνούν ότι οι λατρευτικές πράξεις ήταν πρω-
ταρχικά προωρισμένες μόνον στην παραγωγή ενός ωφέλιμου απο-
τελέσματος για τον άνθρωπο.
Κατ' αυτόν τον τρόπο θέλησε το ττνεύμα του συρμούς να προσαρ-
μόση ένα από τα πλέον σεβάσμια φαινόμενα της παγκόσμκχς ιστορίας,
μέσω μιας στο έποοκρο απλουστευτικής προϋπόθεσης, στον δικό του
τον ιδιαίτερο τρόπο σκέψης και βιοτικό ύφος. Και όμως οι προσανα-
τολισμένες στην θεία λατρεία πράξεις που εκτείνονται φθάνοντας α-
κόμη και στην δική μας υπαρκτική θέση υποχρεούνται να το προει-
24 WALTER F. OTTO
δοποιήσουν. Γιατί κανείς σοβαρός παρατηρητής δεν μπορεί να απο-
φυγή την εντύπωση ότι κάτω από οτιδήποτε το σύγχρονο αίσθημα
ζωής εκλαμβάνει ως αλλότριο, η λατρεία είναι το κατ' εξοχήν αλλό-
τρ,ιρ- το νόημα της ωφελιμότητας και η απόσπαση ωφέλους θα μπο-
ρούσαν, λοιπόν, ίσως να είναι οι πλέον ακατάλληλοι διερμηνείς γνή-
σιων λατρευτικών πράξεων.
Κατά περίεργο τρόπο οι εκπρόσωποι της περί ωφελιμότητας θέσης
δεν παρατηρούν καθόλου σε ποιές αντιφάσεις καταλήγουν. αΟι θεοί
είναι παρόντες!» αναφωνεί ο Wilamowitz και μιλάει μάλιστα για «α-
ντιλήψεις» για τις οποίες ο άνθρωπος είπε: «αυτό είναι θεός» (I, 17).
Κατά την στιγμή όμως οπότε θα ερχόταν στο φως της ημέρας όλη
η σημασία της, η κραυγή λησμονήθηκε. Αν όντως κάποτε μίλησαν
άνθρωποι κατ' αυτόν τον τρόπο — άνθρωποι, για τους οποίους το
όνομα του θεού είχε ακόμη την συγκλονιστική χροιά, που έχασε με την
συνήθεια
και το δόγμα —, είναι αυτονόητο ότι η πρώτη του παρώθηση
ήταν η επιδίωξη της εύνοκχς του μεγάλου ενώπιον του οποίου έτρε-
μαν; Προς τι, αναρωτιέται κανείς, η σπατάλη μεγαλείου στην οικο-
νομία του σύμπαντος κόσμου όταν πρεπη κανείς να πιστεύη ότι άν-
θρωποι που κάποτε πράγματι συνάντησαν το μεγαλείο παρέμειναν το
ίδιο μικροί σαν να είχαν να κάνουν με πάτρωνες που είναι ευάλωτοι
από «κολακείες, υποσχέσεις, δώρα»; Είτε παύει κανείς
να
υποθέτη ότι
η πίστη κάποτε ενός θεού, άξιου να φέρη αυτό το όνομα ήταν συνει-
δητή, ή ομολογεί ότι η πρώτη εκδήλωση στην οποία παρασύρθηκαν
οι άνθρωποι από την εμφάνισή της υπήρξε υποχρεωτικά ενθουσια-
σμός, ευλάβεια, σεβασμός και τιμή. Και οι απαρχές της λατρεί(χς δεν
θα παρείχαν καμμία σχετική μαρτυρία; — Ωστόσο, όμως, αμέσως
μόλις κανείς παραδεχθή ότι η λατρεία δεν απέβλεπε απλώς σε φανερές
ωφέλειες, έχει εξαντληθή ο οτυτιμισμός που επαγγελόταν διεξοδική
της
γνώση
και με μικρό κόπο είσδυση στο περιεχόμενο της πίστης που
κείται πίσω της. Θα μπορούσε λοιπόν να επιτελεστή εν γένει το
καθήκον αποκλειστικής απόδοσης τιμής σ' αυτήν και αποκλεισμού
από τον μύθο κάθε δυνατότητοος φωτισμού;
Ο μύθος όμως, λένε, είναι ποίηση και μόνο.
Τι νόημα έχει αυτό; Σημαίνει ότι εκτυήγασε από την αυθαιρεσία της
φαντασίας; Κανείς δεν το πιστεύει αυτό στα σοβαρά. Η γνήσια ποίηση
ΔΙΟΐνΤΣΟΣ — Μύθος και Λατρεία 25
δεν είναι ποτέ αυθαίρετη. Και ο φιλόλογος γνωρίζει πολύ καλά ότι οι
αρχαίοι ποιητές επικαλούνταν την θεότητα να τους φώτιση με το
ττνεύμα της αληθείοος. Αυτή όμως η αλήθεια δεν θα είναι η αλήθεια της
θρησκευτικής πίστης αλλά μία, τρόπο τινά, καλλιτεχνική αλήθεια στην
οποία
θα
προσέδιδαν σοβαρώτερη σημασία μόνον οι μεγάλες ποιητικές
προσωπικότητες μέσα από τις οικείες σ' αυτές ιδέες. Δεν επιθυμούμε
καθόλου να εισέλθουμε στην έννοια του καλλιτεχνικού, η παράξενη
ασάφεια του οποίου αποτελεί ήδη διά μακρόν πρόσκομμα στην κατα-
νόηση του ελληνικού μύθου. Ό|τι κι αν θ^ωρή κανείς ουσία της ποιη-
τικής δημιουργίοις και όσοι κι
αν
έχουν, είτε αυτό μπορεί
να
αποδειχθή
είτε απλώς υποτίθεται, γράψει και συνεχίζουν να γράφουν ποίηση
πάνω στον μύθο, πρέπει να είναι ξεκάθαρο για τον καθένα ότι όλη
αυτή η ποίηση μεμονωμένων κοίλλιτεχνών προϋποθέτει ήδη ως θεμέ-
λιο την ύπαρξη του μυθικού κοσμοειδώλου και ότι αυτός ο πρωτο-
μύθος δεν μπορεί πάλι να εξηγηθή από αυτό που αποκαλούμε ποίηση.
Όταν ο Wilamowitz απαιτή, και δικαίως το κάνει, να αναγνωρισθή η
πρωτεύουσα θέση τού: «οι θεοί είναι παρόντες», αυτό σημαίνει, αν
κοιταχθή ακριβέστερα: «ο μύθος είναι παρών»· γιατί αν είναι αυτοί
«παρόντες», αν έχουν μία ουσία, δεν μπορεί να στερούνται χαρα-
κτήρος. Κατ' αυτόν τον τρόπο όμως είμαστε ήδη στον κόσμο του
μύθου. Και ποιος θα τολμήση να αποφασίση προκαταβολικά ποιο
μέτρο αφθονίας και συγκίνησης μπορεί να προσγραφή στις μορφές
κατά την πρώτη τους εμφάνιση;
Όμως, και η λατρεία, όποιες κι αν είναι οι απαιτήσεις σύμφωνα
με τις οποίες έχει ως προς τις λεπτομέρειές της σχηματισθή, προϋπο-
θέτει γενικά έναν, τουλάχιστον λανθάνοντα, μύθο. Το μεγαλείο το
οποίο κλήθηκε να υττηρετήση πρέπει να υττήρξε ως τέτοιο μία ιερή
ουσία, που σημαίνει: ένα πλήρες πραγματικότητιχς όλον. Και πάλι
πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν εναπόκειται σε καμμία γενική θέση
ή θεωρία να προσδιορίση προκαταβολικά την πολλαπλότητα και το
πλήθος στις αλληλουχίες που αφορούν στην ουσία αυτή.
Πολλές αναμφίβολες θείες λατρείες της αρχαιότητας τελούν σε
προφανή συνοχή με μυθικά συμβάντα. Στην Ελευσίνα οι τύχες της
Δήμητρας και της
θυγατέρας
της παρουσιάζονταν ενώπιον κοινού με
την μορφή λατρευτικών πράξεων. Οι γυναίκες θεραπαινίδες του Διο-